βάκανον 2

βάκανον 2.
Grammatical information: n.
Meaning: `Brassica napus oleifera' (papyri 1st, 2nd. cent.)
Origin: LW [a loanword which is (probably) not of Pre-Greek origin] Eg.
Etymology: See βάκανον 1.

Greek-English etymological dictionary (Ελληνικά-Αγγλικά ετυμολογική λεξικό). . 2010.

Look at other dictionaries:

  • βάκανον — cabbage neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βακάνου — βάκανον cabbage neut gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βακάνων — βάκανον cabbage neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πήγανο — το / πήγανον, ΝΜΑ, και απήγανο και απήγανος, ο, Ν φυτό που, σύμφωνα με τη σύγχρονη επιστημονική ταξινόμηση, αποτελεί γένος το οποίο ανήκει στην οικογένεια αγγειόσπερμων δικότυλων φυτών ζυγοφυλλίδες και περιλαμβάνει 5 περίπου είδη, σημαντικότερο… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.